Χαζιά:

Χαζή.

Αυτήν είνι χαζιά απ’ καθέσαι κι τς’ μιλάς.

Υπνοφαγάς:

Ο τεμπέλης, αυτός που κοιμάται και τρώει, χωρίς να κάνει κάτι άλλο.

Όσα πάν κι όσα ρθούν κι απού δλειά ντίπ, υπνουφαγάς απ΄τς’ λίγ’.

Τωραϊάς:

Τώρα δα.

Τωραϊάς να ρθείς να φάς, γιατί θα του μαζιέψου του τρπιέζ’

 

Τσουρναράω:

Ὀταν χύνεται αργά, νερό ή σταγόνες της βροχής.

Τσουρνάραγι ούλ’ τη νύχτα η βρύσ΄δε μ΄άφκε ντίπ να κμοιθού.

Τούντζας:

Βλάκας.

Τούντζα ντίπ να μη καταλαβαίν’ς τι σ’ λέου;

Τανιέμαι:

Σφίγγομαι.

Τανίσκα τανίσκα τίποτας! ούλη την νμέρα στού μέρους καθέμαν.

Ταμτέλα:

Δαντέλα.

Μό ‘μεινι να κιντήσω την ταμτέλα κι να τιλιώσου του τραπιζουμάντλου.

Σαρμάκο:

Αμίλητος.

Κάνι σαρμάκο ισύ κι μη λές πουλλά γιατί δι ξιέρ’ς.

Τώρα σε βλέπω μ’ άλλονε και `γω κάνω σαρμάκο,
γιατί ταιριάζει τ’ όνομα, για να με λένε Μάρκο,
Απόσπασμα απο τραγούδι τού Μάρκου Βαμβακάρη ο Μάρκος κάνει σαρμάκο.

Συννεφόκαμα:

Συννεφιασμένος και ζεστός αποπνιχτικός καιρός.

Είχι συννιφόκαμα σιήμιρα, δεν μπόργα να πάρω ανάσα.

 

Στουμπαριάζομαι:

Σκάω απ’ το πολύ φαγητό.

Ιέφαγα αυτές τς’ τσιγαρίθρες κι στουμπαριάσκα, τι το’θιλα;

error: Content is protected !!