Χαζή.
Αυτήν είνι χαζιά απ’ καθέσαι κι τς’ μιλάς.
Χαζή.
Αυτήν είνι χαζιά απ’ καθέσαι κι τς’ μιλάς.
Ο τεμπέλης, αυτός που κοιμάται και τρώει, χωρίς να κάνει κάτι άλλο.
Όσα πάν κι όσα ρθούν κι απού δλειά ντίπ, υπνουφαγάς απ΄τς’ λίγ’.
Τώρα δα.
Τωραϊάς να ρθείς να φάς, γιατί θα του μαζιέψου του τρπιέζ’
Σφίγγομαι.
Τανίσκα τανίσκα τίποτας! ούλη την νμέρα στού μέρους καθέμαν.
Δαντέλα.
Μό ‘μεινι να κιντήσω την ταμτέλα κι να τιλιώσου του τραπιζουμάντλου.
Συννεφιασμένος και ζεστός αποπνιχτικός καιρός.
Είχι συννιφόκαμα σιήμιρα, δεν μπόργα να πάρω ανάσα.
Σκάω απ’ το πολύ φαγητό.
Ιέφαγα αυτές τς’ τσιγαρίθρες κι στουμπαριάσκα, τι το’θιλα;